Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Πως μειώνουμε την παιδική ευφυία στο μισό με τη σχολική εκπαίδευση

ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ

Ο Ελληνισμός επέτυχε ως Γένος αλλ'απέτυχε ως Κράτος,

Σε μια σπάνια συνέντευξη που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στον Ρένο Αποστολίδη στην Ἐφημερίδα Ἐλευθερία στις 15 Ιουνίου του 1958, τα λόγια του παραμένουν επίκαιρα.

Ζητεῖται ἡ γνώμη σας, κύριε Ἐλύτη, ἡ ἐντελῶς ἀνεπιφύλακτη καί ἀδέσμευτη, ἐπάνω σέ ὅ,τι θεωρεῖτε ὡς τήν πιό κεφαλαιώδη κακοδαιμονία τοῦ τόπου. Ἀπό τί κυρίως πάσχουμε καί τί πρωτίστως μᾶς λείπει; Ποιά θά ὀνομάζατε «πρώτη μάστιγα» τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς;
Ἀπό τί πάσχουμε κυρίως; Θά σᾶς τό πῶ ἀμέσως: ἀπό μιά μόνιμο, πλήρη, καί κακοήθη ἀσυμφωνία μεταξύ τοῦ πνεύματος τῆς ἑκάστοτε ἡγεσίας μας καί τοῦ «ἤθους» πού χαρακτηρίζει τόν βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στό σύνολο του!

1bis1a

Ἄ! Ἀρχίσαμε!… Μόνιμος, πλήρης καί κακοήθης ἀσυμφωνία!…
Βεβαίως! Ἀλλ᾿ ἀφῆστε με νά συνεχίσω. Αὐτή ἡ ασυμφωνία δέν εἶναι μιά συγκεκριμένη κακοδαιμονία, εἶναι, ὃμως, μιά αἰτία πού ἐξηγεῖ ὃλες τίς κακοδαιμονίες, μικρές καί μεγάλες, τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ Ἑλλάδα κράτος ἕως σήμερα, οἱ πολιτικές πράξεις, θά ἔλεγε κανένας, ὅτι σχεδιάζονται καί ἐκτελοῦνται ἐρήμην τῶν ἀντιλήψεων γιά τή ζωή, καί γενικότερα τῶν ἰδανικῶν πού εἶχε διαμορφώσει ὁ Ἑλληνισμός μέσα στήν ὑγιή κοινοτική του ὀργάνωση καί στήν παράδοση τῶν μεγάλων ἀγώνων γιά τήν άνεξαρτησία του. Ἡ φωνή  τοῦ  Μακρυγιάννη δέν ἔχει χάσει, οὔτε σήμερα ἀκόμη, τήν ἐπικαιρότητά της. Σημειῶστε ὅτι δέν βλέπω τό πρόβλημα ἀπό τήν ἀποκλειστική κοινωνική του πλευρά, οὔτε κάνω δημοκοπία.

Δημοκοπία ἀσφαλῶς ὄχι. Πολιτική, ὅμως, ναί. Τό ἐντοπίζετε, δηλαδή, [τό πρόβλημα] κυρίως μέσα στόν χώρο τῆς πολιτικῆς – ἤ κάνω λάθος; Στό κέντρο μάλιστα τοῦ δικοῦ της χώρου. Ἐκεῖ μᾶς πάει τό πρόβλημα πού θέσατε, τῶν σχέσεων μεταξύ λαοῦ καί ἡγεσίας.
Μά ναί. Γιατί εἶναι βασικό. Εἶναι πρῶτο… κι ἄς εἶμαι ποιητής, ἐγώ πού τό λέω, μακριά πάντα ἀπό τήν «πολιτική». Κοιτάξτε: ὁ λαός αὐτός κατά κανόνα ἐκλέγει τήν ἡγεσία του. Καί ὅμως, ὅταν αὐτή ἀναλάβει τήν εὐθύνη τῆς ἐξουσίας –εἴτε τήν ἀριστοκρατία ἐκπροσωπεῖ εἴτε τήν ἀστική τάξη εἴτε τό προλεταριάτο–, κατά ἕναν μυστηριώδη τρόπο ἀποξενώνεται ἀπό τή βάση πού τήν ἀνέδειξε, καί ἐνεργεῖ σάν νά βρισκόταν στό Τέξας ἤ στό Οὐζμπεκιστάν!

Στό Τέξας καί στό Οὐζμπεκιστάν; Ποιητικές χῶρες!… Ἤ μήπως θέλετε νά πεῖτε: «Σάν νά βρισκόταν στή χώρα τοῦ ἑκάστοτε ρυθμιστικοῦ ‘‘ξένου παράγοντος’’; Τοῦ ἑκάστοτε… ‘‘προστάτου’’ μας;» Μήπως ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔγκειται τό κακό;
Τό εἶπα μέ τρόπο, ἀλλά βλέπω ὅτι τό θέλετε γυμνό. Καί δέν ἔχω ἀντίρρηση νά τό ξαναπῶ φανερά, καί πιό ἔντονα: ἕνας ἀπό τούς κυριότερους παράγοντες τῶν «παρεκκλίσεων» τῆς ἡγεσίας ἀπό τό ἦθος τοῦ λαοῦ μας, εἶναι ἡ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς καί ἐκ τῶν ἔξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Ἀποτέλεσμα καί αὐτό τῆς ἀπώλειας τοῦ ἕρματος, τῆς «παράδοσης».
Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι στήν ἐποχή μας ἡ ἀλληλεξάρτηση τῶν ἐθνοτήτων εἶναι τόση, πού ἡ πολιτική δέν μπορεῖ ν᾿ ἀγνοήσει, ὥς ἕναν βαθμό, αὐτό πού θά λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Ὅμως, ὑπάρχει τεράστια διαφορά ἀνάμεσα στήν «προσαρμοστική πολιτική» καί στή δουλοπρέπεια! Αὐτό εἶναι τό πιό εὐαίσθητο σημεῖο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, «τό τιμιώτατόν του»! Καί αὐτό τοῦ καταπατοῦν συνεχῶς, κατά τόν ἐξοργιστικότερο τρόπο, οἱ ἐκπρόσωποί του στήν ἐπίσημη διεθνῆ σκηνή!

Κι ὁ «ἐπίσημος» ὅρος τῆς δουλοπρέπειας αὐτῆς, κύριε Ἐλύτη; Μήπως εἶναι ὑποκριτικότερος ἀπ᾿  τό «προσαρμοστική πολιτική»; Ἐξοργιστικότερος;
Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ’ αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ’ ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας.
Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.

«Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΕΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΓΕΝΟΣ ΑΛΛ᾿ ΑΠΕΤΥΧΕ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ»

Ὥστε, λοιπόν, ζητᾶτε «δικούς μας ὅρους ἀναπνοῆς»!
Ναί. Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ’ ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα!

Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο!

Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας!

Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα!

Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.

425903 3135189111359 1622093258 n

Πρίν κλείσομε, κύριε Ἐλύτη, τη συνέντευξη, κάτι πού ἐθίξατε στήν ἀρχή, τό τῆς παλαιᾶς ὑγιοῦς κοινοτικῆς ὀργανώσεως τοῦ λαοῦ μας, πού ἔχει χαθεῖ πιά, πῶς νομίζετε ὅτι θά μποροῦσε ν’ ἀναβιώσει; «Αν κατεβάλλετο προσπάθεια», πρός ποιά κατεύθυνση;
Σέ μιάν ἀναβίωση αὐθεντική δέν εἶναι δυνατόν πιά νά ἐλπίζουμε – ἀλίμονο! Ἑκατόν τριάντα καί πλέον ἔτη ἀχρησίας εἶναι ἀρκετά γιά ν᾿ ἀτροφήσουν ἀκόμη καί οἱ πιό ζωντανοί θεσμοί. Ὡστόσο, ὑπάρχει τρόπος νά πλησιάσουμε, μέ σωφροσύνη καί μελέτη, στή λύση τοῦ προβλήματος, καί αὐτό σαφώς πρός τήν πλευρά τῆς αὐτοδιοικήσεως, μέ τήν πιό αὐστηρή της ἔννοια.

Δέν εἶμαι ἀρμόδιος βέβαια νά σᾶς προτείνω σχέδια. Θά ἤθελα μόνο νά κάνω δύο παρατηρήσεις: ἡ μία εἶναι ὅτι κάθε ἀπόπειρα πρός τήν κατεύθυνση αὐτή θά πρέπει νά βασιστεῖ στή φυσική καί ἱστορική διαίρεση τῆς χώρας σέ μεγάλα διαμερίσματα, πού εἶναι μιά πραγματικότητα δοσμένη, καί ὄχι στή θεωρητική τῆς γεωοικονομίας, ὅπως ἄκουσα νά ὑποστηρίζεται ἀπό πολλούς. Θά εἶναι μεγάλο σφάλμα νά παραγνωριστοῦν οἱ ψυχολογικοί παράγοντες, ἀπό τούς ὁποίους πολλές φορές ἐξαρτᾶται τό μεγαλύτερο μέρος της ἐπιτυχίας.
Ἡ ἄλλη παρατήρηση εἶναι ὅτι τά μεγάλα αὐτά διαμερίσματα (μέσα στά ἑλληνικά μέτρα πάντοτε) θά πρέπει νά ὑποδιαιρεθοῦν σέ πολλές μικρές μονάδες, στενότερες καί ἀπό τήν ἐπαρχία, μέ ἀρχές δικές τους καί μέ τή δυνατότητα γιά κοινοπραξίες, προπάντων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή γεωργία. Γιατί ὁ πρῶτος ἀντικειμενικός σκοπός εἶναι νά λυτρωθεῖ ὁ πολίτης ἀπό τό «ταμπού» τῆς ἐξουσίας! Καί θά λυτρωθεῖ μόνον ἄν ἔχει τρόπο νά παρακολουθεῖ ἀπό κοντά ποῦ καί πῶς ἀξιοποιοῦνται οἱ θυσίες του, οἰκονομικές καί ἄλλες, πού σήμερα καταβροχθίζονται ἀπό ἕνα μακρινό καί ἀόρατο Φάντασμα.

πηγή: the insider.gr

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Φάε, για να χορτάσω εγώ

Ο Λακάν λέει πως το σύμπτωμα του παιδιού μπορεί να μας δείξει την προβληματική κατάσταση που υπάρχει στην οικογένεια. Όταν στην οικογένεια υπάρχει έλεγχος, ανάγκη για επιβολή εξουσίας από την πλευρά των γονιών, τότε αυτός ο έλεγχος επιβάλλεται και στη διατροφή του παιδιού, με την έννοια πως το πιέζουν να ανταποκριθεί σε ένα πρότυπο μέσα από αυτήν. Δεν ενδιαφέρονται απλά να τραφεί σωστά, αλλά το πιέζουν να εξυπηρετήσει τις δικές τους ανάγκες.

– Φάε αυτό ή εκείνο, όχι επειδή κάνει καλό στην υγεία σου, αλλά επειδή το θέλω εγώ.
Θέλουν να γίνει το παιδί τους ένα αντικείμενο, όπως έγιναν και εκείνοι στο παρελθόν, για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους γονείς και δεν σέβονται τη δική του επιθυμία. Αν τη σεβόντουσαν θα έβρισκαν δελεαστικούς τρόπους για να τραφεί το παιδί τους σωστά, ( ωραίο πιάτο, ωραία συνδυασμένα χρώματα, ευχάριστη ατμόσφαιρα φαγητού, όμορφα σχήματα με την τροφή στο πιάτο, ήρεμες οικογενειακές συζητήσεις κ.α).
Αυτό που θέλουν οι γονείς στην περίπτωσή μας είναι να ελέγξουν το παιδί τους επιβάλλοντας το πόσο ή το τι θα φάει, όχι όμως από αγάπη και ενδιαφέρον για το παιδί τους, αλλά γιατί θέλουν να του επιβάλλουν ένα δικό τους στερεότυπο, το οποίο το έχουν οικειοποιηθεί και εκείνοι από τους δικούς τους γονείς.
Οι γονείς μέσω της τροφής επιβάλλουν στο παιδί τους δικά τους αιτήματα ‘ φάε για να με ευχαριστήσεις’, για να είσαι υγιής, για να μπορώ και εγώ να καυχηθώ στο περιβάλλον μου για σένα. Γίνε ένα μέσο να εξυπηρετήσεις την εξιδανικευμένη μου εικόνα.
Η άρνηση τροφής λοιπόν αναφέρεται στην έκκληση του παιδιού να ενδιαφερθούν για εκείνο και όχι για αυτό που ‘πρέπει’ να κάνει για να τους ευχαριστήσει, γιατί αν το κάνει, έτσι όπως του το επιβάλλουν οι γονείς του, θα χάσει τον εαυτό του. Αρνείται το φαγητό σε σημείο που μπορεί να γίνει ανορεκτικό σε μια προσπάθεια να κερδίσει την αυτονομία του, έστω κι έτσι. Η άρνηση τροφής είναι μια κραυγή προς εκείνους προσπαθώντας να τους πει : είμαι άνθρωπος και θέλω να με σέβεστε για αυτό. Θέλω να μοιράζεστε μαζί μου την επιθυμία σας για μένα και όχι για αυτό που κάνω. Αν με αγαπάτε αληθινά, ψάξτε να βρείτε επιχειρήματα και να με πείσετε μέσα από την καρδιά σας, γιατί πρέπει να φάω αυτό που μου λέτε. Αν το κάνετε αυτό, εγώ θα καταλάβω πως θέλετε να φάω από ενδιαφέρον για μένα και δεν το κάνετε επειδή ενδιαφέρεστε για την εικόνα σας. Οσο όμως αισθάνομαι πως μου απευθύνεστε για να ωραιοποιήσω τη δική σας εικόνα, όσο αισθάνομαι πως εσείς γίνατε τα αντικείμενα των γονιών σας και υπακούσατε τυφλά στην ανάγκη των δικών σας γονιών να γίνετε ένα παιγνιδάκι στα χέρια τους και απαιτείτε και από μένα το ίδιο, τόσο δε θα σας κάνω το χατήρι. Αντιδρώ σε σας όχι μονο για μένα, αλλά και για σας, μήπως ξυπνήσετε επιτέλους και αρχίσετε να ενδιαφέρεστε για τον εαυτό σας αληθινά, γίνετε δηλαδή αυτόβουλα υποκείμενα, ανεξάρτητοι από παράταιρες απηρχαιωμένες εντολές που δυσκολεύουν και εμένα αλλά και εσάς. Χρειάζετε να διαφοροποιηθείτε από τα νοσηρά μοντέλα στα οποία ανατραφήκατε και όπου σας ήθελαν υπάκουες μαριονέτες, να πορεύεστε σε πεπατημένους δρόμους, ελεγχόμενοι από άλλους. Αν αυτονομηθείτε εσείς, θα γλυτώσω και εγώ. Θα φάω, όχι επειδή το θέλετε εσείς, αλλά επειδή θα καταλάβω πως με αγαπάτε και επειδή με αγαπάτε, αγαπάω και εγώ τον εαυτό μου και τον φροντίζω. 

Ότι δεν αγαπούμε δεν υπάρχει – Κωστής παλαμάς
Ο νέος άνθρωπος χαρακτηρίζεται από επιθυμία. Η επιθυμία γεννιέται, όταν νιώσει ασφάλεια στα πρώτα του βήματα,  αισθανθεί εμπιστοσύνη στο βλέμμα των γονιών του και νιώσει τη λαχτάρα στο βλέμμα τους για κείνον ή για κείνη, μια λαχτάρα που θα απευθύνεται στο ίδιο το παιδί, με τα χαρακτηριστικά που έχει, με το φύλο που το κάνει ξεχωριστό, με τα συναισθήματα, τις ανάγκες, τις ιδιαίτερες ικανότητες και τις αδυναμίες του.
Αν αισθανθεί από εκείνους πως αγαπιέται για τη μοναδικότητα του,  εδραιώνεται μέσα του η  ανάγκη να αναπτύξει έναν εαυτό που θα χαρακτηρίζεται από τα δικά του χαρακτηριστικά, συνθέτοντας τα με αυτό που μιμείται από τους γονείς του.
Όταν όμως οι γονείς για δικούς τους λόγους εκφράζουν μια έντονη επιθυμία, όχι για το ίδιο το παιδί αλλά για αυτό που θα ήθελαν να είναι, ώστε να εξυπηρετεί τα δικά τους ιδεώδη, εκείνα  που  έπλασαν για τον εαυτό τους και ναυάγησαν στην πορεία της ζωής τους, τότε κλονίζεται η ύπαρξη του. Όταν  μεταθέτουν τις δικές τους ανεκπλήρωτες επιθυμίες στο παιδί τους, τότε εκείνο ασφυκτιά. Νιώθει μπουκωμένο με ένα αίτημα, που δεν είναι δικό του. Γεμίζει τόσο πολύ με το αίτημα των γονιών του, που χάνει το δικό του, οπότε κάθε φορά που συναπαντιέται με την επιθυμία του την αποδιώχνει, γιατί  νιώθει κορεσμένος από το ‘θέλω’ των γονιών του και κάθε επιθυμία τού διακινεί αισθήματα απέχθειας οπότε την απαρνιέται. Μεταθέτει στην επιθυμία του τα αισθήματα θυμού που  νιώθει για τους γονείς του, κάθε φορά που παραβιάζουν την ψυχή του και παύει να θέλει τη ζωή του για να μην ομολογήσει ότι οργίζεται μαζί τους. Για να μην τους πληγώσουν τα θυμωμένα του συναισθήματα, στερεί  τον εαυτό του από τη δική του επιθυμία, την απαρνιέται.
Οι γονείς, στερημένοι από μια επιθυμία που δεν ικανοποιήθηκε ποτέ, να αγαπηθούν για αυτό που είναι πραγματικά, ζητούν από εκείνον να ικανοποιήσει το δικό τους ιδεώδες , ώστε να κερδίσουν την εύνοια των σημαντικών τους ανθρώπων. Πιέζουν λοιπόν το παιδί τους να ανταποκριθεί σε μια ιδανική εικόνα, αρνούμενοι να δεχτούν ότι είχαν δικαίωμα να αγαπηθούν με την αλήθεια τους. Προβάλλουν το θυμό που νιώθουν για τον εαυτό τους, που δεν αποτελείται από ακτινοβόλα υλικά για να φωτοβολήσουν την τυφλότητα άλλων, στο παιδί τους απαιτώντας από εκείνον να γίνει κάτι που οι ίδιοι δεν μπόρεσαν. Του ζητούν να ανταποκριθεί στο ιδανικό παιδί της φαντασίωσής τους. Ελέγχουν το θυμό τους, ελέγχοντας το παιδί τους. Τη ψυχή και το σώμα του.
Το παιδί ασφυκτιά με μια επιθυμία που δεν είναι δική του. Όσο εκείνη  κυλάει στο ψυχικό του σύστημα στερείται τον αέρα που αναπνέει. Το οξυγόνο  δεν φτάνει στους πνεύμονες του, γιατί έχουν καταλάβει το χώρο οι γονείς του. Γονείς που επιδιώκουν την τελειότητα. Το τέλειο ιδανικό εύρωστο, υγιές παιδί που θα καθησυχάσει τις ανησυχίες τους, θα τους ικανοποιήσει στα μάτια των ξένων. Μπουκώνει με την ανησυχία τους και την υπερβολική τους ανάγκη, να ικανοποιήσουν την εικόνα τους και όχι τον ίδιο. Η επιθυμία του χάνεται. Γίνεται ο ίδιος μια ανάγκη να ικανοποιήσει τους γονείς του. Προσφέρεται σε αυτούς.  Και τρώει ασυλλόγιστα. Μετά όμως μετανιώνει γιατί ο άνθρωπος ακόμα και στα δεσμά, διατηρεί μια αίσθηση ελευθερίας. Και αποβάλλει την τροφή. Όπως θα ήθελε να αποβληθεί και ο ίδιος άραγε; Για να μη βαραίνει τους γονείς του! Για να τον πιέζουν τόσο πολύ σημαίνει ότι δεν τους ενδιαφέρει ό ίδιος σαν υποκείμενο, σαν άνθρωπος με ανάγκες και επιθυμίες, αλλά το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η τροφή σαν ένα μέσο για να παχύνει, για να ανταποκριθεί στο ιδανικό παιδί της φαντασίας τους. Για να τους ευχαριστήσει, γίνεται η επιθυμία ενός άλλου, όπου αυτή η επιθυμία δεν απευθύνεται στο είναι του, αλλά σε ένα χειραγωγήσιμο αντικείμενο για εκείνους.
Πάνω στην απόγνωση του, αναλαμβάνει τον έλεγχο του σώματος του.
 -Δεν θα φάω Δεν θα τους ικανοποιήσω και με αυτό τον τρόπο θα κερδίσω την αυτονομία μου. Ακόμα και αν αυτή η αυτονομία με οδηγήσει σε δρόμους που δεν θα υπάρξει επιστροφή.
‘Το σύμπτωμα του παιδιού είναι σε θέση να απαντήσει σε ότι συμπτωματικό υπάρχει στη δομή της οικογένειας’ λέει ο Λακάν.
Η άρνηση τροφής γίνεται σύμπτωμα, για να εκφράσει μια κραυγή απελπισίας.

-Θέλω να είμαι ο εαυτός μου, θέλω να έχω την δική μου επιθυμία. Θέλω να με αγαπάτε, για αυτό που είμαι. Να μη με καταβροχθίζετε με τις δικές σας επιθυμίες, γιατί όταν το κάνετε μισώ κάθε τι που έχει σχέση με  τροφή. Είμαι εξοργισμένος με την συμπεριφορά σας. Θυμώνω με σας, αλλά και με τον εαυτό μου. Θυμώνω τόσο  που θέλω να πεθάνω. Αλλά πιο πολύ από όλα  φοβάμαι ότι ο θυμός μου, μπορεί να σας κάνει κακό. Έτσι προτιμώ να θυσιαστώ εγώ, για να μην πεθάνετε εσείς Ακόμα κι αν αυτή η θυσία, αφορά το δικό μου θάνατο.
Η τελειότητα που απαιτούμε από τα παιδιά μας, η ανάγκη να ανταποκριθούμε σε ένα δικό μας ιδεώδες, που απαιτεί να έχουμε ένα τέλειο εαυτό και άρα ένα τέλειο παιδί, μεταφέρεται σε εκείνα σαν ένα βάρος που προσπαθούν να απαλλαχτούν από αυτό. Οι γονείς που πιέζουν το παιδί τους να ανταποκριθεί  σε μια εικόνα που έχουν προσαρμόσει εκείνοι για τον εαυτό τους ή στην προσπάθεια τους να ικανοποιήσουν το περιβάλλον τους γίνονται  πιεστικοί προς το παιδί τους και του ζητούν να γίνει ένα μέσο  που θα τους ικανοποιήσει και θα ικανοποιήσει και το περιβάλλον τους. Το παιδί διαισθάνεται ότι πίσω από αυτό το ασφυκτικό αίτημα κρύβεται η δική τους ανάγκη, όχι για το ίδιο το παιδί σαν ένα επιθυμητό ον, αλλά για να επιδιώξουν μέσω αυτού, να κερδίσουν την χαμένη τους επιβεβαίωση  στα μάτια των άλλων.
Οι γονείς, με τα στερεότυπα που έχουν,  στέλνουν μηνύματα στους νέους ανθρώπους να συμμορφωθούν σε ένα παράλογο ιδεώδες, που εστιάζει περισσότερο στην εικόνα και λιγότερο στον άνθρωπο.
Νέοι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλοντα, όπου επικρατεί η έλλειψη αποδοχής για αυτό που είναι πραγματικά,  γίνονται ευάλωτοι σε πιέσεις της εποχής και επιρρεπή σε μια ανάγκη να ανταποκριθούν σε εξιδανικευτικές φιγούρες, απομιμήσεις κάποιων ανθρώπων που δεν γνωρίζουμε πραγματικά πόσο ευτυχισμένοι είναι. Όταν αισθανθούν πως δεν τα καταφέρνουν γίνονται ή θύτες και τιμωρούν άλλους για τη δική τους υποτιθέμενη έλλειψη, επιτίθενται δηλαδή στους άλλους για τη δική τους ανεπάρκεια μεταθέτοντας το μίσος τους αλλού ή γίνονται θύματα, όπου η ακρωτηριασμένη τους αυτοεκτίμηση τούς κάνει να υποφέρουν κάθε φορά που ένα ερέθισμα απαξίωσης δυναμιτίζει το τραύμα που έχουν υποστεί.
Εάν οι γονείς δεν απομακρυνθούν από τη δική τους ανάγκη να καταφεύγουν σε εξιδανικεύσεις, επειδή δυσκολεύονται να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει τα πάντα, τότε έχουν ένα σοβαρό πρόβλημα να λύσουν. Καθένας μας έχει  συγκεκριμένες δυνατότητες αλλά και αδυναμίες που θα πρέπει να τις δεχτούμε, σα μέρος της ύπαρξης μας. Όσοι δεν μπορούν να συμβιβαστούν  με τη δική τους εικόνα, με αυτό που μπορούν να αλλάξουν αλλά και με αυτό που δεν μπορούν, τότε χρειάζεται να ζητήσουν βοήθεια για τον εαυτό τους. Να ζητήσουν βοήθεια γιατί εάν δεν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να αποχωριστεί το ιδανικό παιδί που δεν μπορούμε να γίνουμε ποτέ, τότε κινδυνεύουμε να μεταφέρομε το δικό μας άγχος, την ανάγκη για τελειότητα στα παιδιά μας, με καταστροφικά αποτελέσματα για τα ίδια.
~ Αγγελική Μπολουδάκη
http://antikleidi.com/2015/03/18/faenaxortaso/

Γιατί οι γονείς πληγώνουν τόσο βαθειά;

Η κακοποίηση των παιδιών δεν είναι μόνο οι ακραίες ιστορίες που βγαίνουν στις ειδήσεις. Συμβαίνει καθημερινά από ανύποπτους γονείς. Συμβαίνει μ ένα απλανές βλέμμα, με μια επιτιμητική ματιά, με προσβλητικά λόγια, με θυμό που εγκλωβίζεται σ ένα κλειστό στόμα. Συμβαίνει όταν οι γονείς εστιάζουν στα επιτεύγματα και όχι στο ίδιο το παιδί, στην ύπαρξη του.

Συμβαίνει, όχι γιατί αυτό που κάνει ή δεν κάνει ένας γονιός, είναι από μόνο του τόσο φοβερό, αλλά γιατί το μωρό είναι τόσο εύθραυστο και εξαρτημένο για την επιβίωση του απ αυτούς. Είναι φτιαγμένο έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται στο κέντρο της ύπαρξης του την κάθε δόνηση που νοιώθει το πλάσμα που του δίνει ζωή.
Δεν πρέπει καμία μητέρα να νομίζει πως μπορεί να φροντίζει ένα μωρό μηχανικά, χωρίς επιπτώσεις. Το μωρό που δεν συναντά ένα βλέμμα να το κοιτάζει, νοιώθει ότι βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Το αποτύπωμα της συναισθηματικής απουσίας ή της συναισθηματικής αναστάτωσης της μητέρας είναι ανεξίτηλο στην ψυχή και στο σώμα του ανθρώπου.
Η μητρική αγάπη θεωρείται αυτονόητο συναίσθημα αλλά αντικειμενικά δεν είναι.
Τα παιδιά δεν είναι τα ιδανικά παιδιά της φαντασίας μας . Όπως επίσης και οι μητέρες δεν μοιάζουν μ αυτές που περιγράφουν τα ποιήματα.
Ο μύθος της μητρότητας – όπως κάθε μύθος – είναι απλουστευμένος και απλοποιημένος. Όλοι μας έχουμε βιώσει την κατάρριψη αυτού του μύθου στην παιδική μας ηλικία, αλλά μεγαλώνοντας όλοι θέλουμε ν’ αποδείξουμε ότι εμείς θα τον επαληθεύσουμε ως γονείς.
Μοιάζει να υπάρχει μια συλλογική πεποίθηση ότι όταν μια γυναίκα γίνεται μητέρα – μεταμορφώνεται σε καθαγιασμένο πλάσμα. Όσοι έχουν μπει στη διαδικασία να δουλέψουν θεραπευτικά με τον εαυτό τους, γνωρίζουν ότι το είδος και η ποιότητα της αγάπης που έχουμε εισπράξει ως παιδιά, αυτό είναι που μπορούμε να προσφέρουμε ως γονείς .
Η σχέση με το παιδί είναι μαγική. Ο ενήλικος άνθρωπος φαινομενικά, έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει την ιδανική σχέση, να πλάσει τον ιδανικό άνθρωπο, όπως τον έχει στο μυαλό του.
Αυτό όμως το πρότυπο πολύ συχνά , μέσα στο εικοσιτετράωρο συγκρούεται με τα πραγματικά συναισθήματα που ξεπηδούν απ εκεί που δεν τα περιμένεις και τα οποία παραμένουν ανομολόγητα και καλά κρυμμένα .
Προσπαθώντας οι γονείς να φτιάξουν αυτό που φαντάζονται πολύ συχνά – ανάλογα και με τον χαρακτήρα τους – το πετυχαίνουν. Πετυχαίνουν ακριβώς την εικόνα και ξεγελούν τον κοινωνικό περίγυρο και τον εαυτό τους. Ο μόνος που δεν ξεγελιέται είναι το παιδί. Το οποίο παραμένει ο μοναδικός αξιόπιστος μάρτυρας της αλήθειας των συναισθημάτων κάθε οικογένειας.
Μπορεί να κακοποιηθεί συναισθηματικά ένα παιδί για να αναγκαστεί να χωρέσει στην εικόνα που έχουν οι γονείς, να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους, να γίνει αυτό που εκείνοι θέλουν. Όμως πάντα θα υπάρχει κάτι που αργά η γρήγορα θα εμφανισθεί ως αδυναμία, ασθένεια, επιθετικότητα, απάθεια και δεν θα μπορεί να το εξηγήσει κανείς.

Όμως γιατί οι μητέρες δεν είναι τόσο διαθέσιμες όσο χρειάζεται να είναι, για τις ανάγκες του παιδιού;
Γιατί οι μητέρες και οι πατέρες είναι πριν απ όλα άνθρωποι. Άνθρωποι που έχουν διανύσει μια απόσταση στη ζωή τους, μπορεί να έχουν πληγές ανοιχτές, κρυμμένα μυστικά, καταπιεσμένα συναισθήματα και σε κάθε περίπτωση παιδικά τραύματα που τώρα ενεργοποιούνται.
Έρχεται το παιδί στη ζωή μας και μας φέρνει αντιμέτωπους με το παρελθόν μας. Έχουμε δύο επιλογές ή θα το αντιμετωπίσουμε ή θα του το κληροδοτήσουμε αυτούσιο. Αυτή είναι ακριβώς η ευκαιρία που δίνει η γονεϊκότητα. Σου καθρεφτίζει τις πληγές, τις στρεβλώσεις, τα κενά. Μπορείς πάντα να αποστρέψεις το βλέμμα αλλά όχι χωρίς τίμημα.
Οι γονείς που νοιάζονται, το πιο σημαντικό που μπορούν να κάνουν, για να προστατεύσουν τα παιδιά τους απ τον εαυτό τους, είναι να φροντίσουν τον εαυτό τους. Μόνο έτσι θα επιτρέψουν στην αγάπη τους να εκδηλωθεί αβίαστα και ευεργετικά.

Η τέλεια μαμά και άλλες ιστορίες τρόμου

Είναι πολύ δύσκολο όσοι έχουν υποστεί ψυχολογική βία από τη μητέρα τους να ομολογήσουν -ενίοτε ακόμα και στον εαυτό τους- ότι δεν τρέφουν μόνο συναισθήματα αγάπης για τη μητέρα τους αλλά μερικές φορές και μεγάλο θυμό. Τι γίνεται όμως με τις μητέρες; Αυτές δεν έχουν ψυχή;
Η άκριτη, σχεδόν θρησκευτική λατρεία της μητρότητας αποδεικνύεται εξουθενωτικό βάρος όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τις ίδιες τις μητέρες, οι οποίες νιώθουν πίεση να σταθούν στο ύψος μιας άπιαστης τελειότητας. Όπως έχω ξαναγράψει, οι μητέρες δεν βγαίνουν από κάποιο εργοστάσιο κατασκευής υπεράνθρωπων. 
Είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, που καλούνται να φέρουν σε πέρας τον ρόλο τους και ν’ αναθρέψουν το παιδί τους συχνά υπό αντίξοες συνθήκες – όχι μόνο πρακτικές αλλά και συναισθηματικές.
Άμα δεν τα καταφέρνει, να μην το ’κανε, αντιτάσσουν κάποιοι χωρίς καμία κατανόηση. Όμως δεδομένης της τεράστιας πίεσης που ασκεί η κοινωνία στις γυναίκες να γίνουν μάνες με κάθε τίμημα, πολλές γυναίκες κάνουν παιδί επειδή πρέπει και όχι επειδή έχουν καθίσει να σκεφτούν σοβαρά και ήρεμα τι σημαίνει ένα παιδί στη ζωή τους.
Αν αυτό το συνδυάσουμε με το γεγονός ότι οι περισσότερες γυναίκες καλούνται να είναι και μητέρες και εργαζόμενες -δύο ρόλοι που συχνά συγκρούονται ο ένας με τον άλλον- δεν θα πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη ότι πολλές μητέρες νιώθουν εξουθενωμένες, απογοητευμένες, εγκλωβισμένες, θυμωμένες και κυνηγημένες.
Σαν να μη φτάνουν όλ’ αυτά, έχουμε και τις θεωρίες που θέλουν τη Μητέρα με Μι κεφαλαίο να φταίει για τα πάντα: απούσα μαμά; υπερπροστατευτική μαμά; δυναμική μαμά; ενδοτική μαμά; Πάντα φταίει για κάτι. Όλοι έχουν μια άποψη για την περιβόητη τέλεια μαμά. Ποια γυναίκα μπορεί να εκπληρώσει όλες αυτές τις προσδοκίες;
Η κάθε γυναίκα αντιδρά διαφορετικά σε αυτές τις εξουθενωτικές απαιτήσεις. Κάποιες συνθλίβονται από τις ζογκλεριές εργασίας-σπιτιού-μητρότητας και ζουν με μια μόνιμη ενοχή επειδή «δεν είναι αρκετά καλές μαμάδες». Άλλες αφιερώνονται απολύτως στο παιδί τους και ξεχνάνε να κρατήσουν ένα κομμάτι ζωής και για τον εαυτό τους – στάση που την πληρώνουν πάρα πολύ ακριβά και οι ίδιες και κυρίως τα παιδιά τους.
Οι περισσότερες, πάντως, βολοδέρνουν ανάμεσα στις τύψεις για τον χρόνο που δεν περνούν με το παιδί τους, τον θυμό που δεν έχουν καθόλου χρόνο για τον εαυτό τους, την ανησυχία μην κάνουν κάνα τραγικό λάθος, τον φόβο μην κάνουν τα ίδια λάθη που έκανε η μάνα τους, το άγχος να τα φέρουν όλα σε πέρας τέλεια.
Τέλεια… Είναι δυνατόν κάποιος άνθρωπος να είναι τέλειος; Γιατί λοιπόν έχουμε τέτοια εξωφρενική απαίτηση από τις μαμάδες;
Πρέπει σαν παιδιά να έχουμε δικαίωμα να θυμώνουμε με τους γονείς μας για το κακό που μπορεί να μας προξένησαν (άθελά τους μεν, αλλά η ζημιά έχει γίνει). Ταυτόχρονα, καλό θα ήταν να μπορούμε να δούμε και τον άνθρωπο πίσω από τον γονιό. Όχι απαραίτητα για να δικαιολογήσουμε τη συμπεριφορά του, αλλά για να τον κατανοήσουμε. Δεν χρησιμοποιώ τη λέξη «συγχώρεση», γιατί μου βρωμάει θρησκευτίλα ή/και new age και συχνά δεν είναι παρά ένα πρόχειρο ασβέστωμα βαριών και σαπισμένων καταστάσεων. Προτιμώ τη λέξη «κατανόηση» – την ανθρώπινη κατανόηση που μπορούμε να δείξουμε ως άνθρωποι για έναν συνάνθρωπο, που έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Όπως προσπαθούμε κι εμείς.