Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

To σπήλαιο του Πλάτωνα. Μία απόπειρα ψυχαναλυτικής ερμηνεία

Το έβδομο βιβλίο της πλατωνικής Πολιτείας ξεκινά με μια εικόνα που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Σωκράτη, αναπαριστά την ανθρώπινη φύση σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία.


Πρόκειται για το μύθο του σπηλαίου, αφήγηση την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως "περιπέτεια ψυχής", καθώς δραματοποιεί αυτό που ο Freud ορίζει ως παλινδρόμηση κατά την ψυχαναλυτική διαδικασία.

Διαβάζοντάς τον, γινόμαστε θεατές μιας επώδυνης πορείας, που με την αποπεράτωσή της μας οδηγεί ενώπιον μιας αποκάλυψης.
Αποκάλυψη που επιβεβαιώνει την πεποίθηση του πατέρα της ψυχανάλυσης ότι : 


" ο ποιητής και ο φιλόσοφος ήταν πάντοτε πρόδρομοι της επιστήμης και της επιστημονικής ψυχολογίας, γιατί στρέφουν την προσοχή τους στο ασυνείδητο, παρακολουθούν άγρυπνα τις εξελίξεις του και προσφέρουν σ΄αυτές καλλιτεχνική έκφραση".

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν τον μύθο:

Σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που έχει την είσοδό της ανοιγμένη στο φως, ζουν από παιδιά άνθρωποι αλυσοδεμένοι από τα πόδια και τον τράχηλο.

Πίσω τους, ψηλά και σε απόσταση, υπάρχει φωτιά αναμμένη και στο ενδιάμεσο ένας δρόμος, κατά μήκος του οποίου βρίσκεται ένας μικρός τοίχος, όπως τα παραπετάσματα των θαυματοποιών. Πίσω απ΄ τον τοίχο περνούν άνθρωποι μεταφέροντας πάνω από το ύψος του κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και ομοιώματα ανθρώπων και ζώων. Οι σκιές τους προβάλλονται  χάρη στο φως της φωτιάς στο βάθος του σπηλαίου, το μοναδικό οπτικό πεδίο των δεσμωτών. Ανήμποροι να κινηθούν και περιοριζόμενοι στη φυσική τους όραση οι έγκλειστοι νομίζουν πως οι σκιές είναι τα ίδια τα αντικείμενα και ο αντίλλαλος από τις ομιλίες εκείνων που κινούνται πίσω από το τοιχίο, η φωνή των σκιών.

Ο κόσμος του σπηλαίου και όσα διαδραματίζονται εντός του είναι τόσο δεδομένος, ώστε να μη γεννά την παραμικρή αμφιβολία για το αν είναι αληθινός.

Καθηλωμένοι στην ίδια θέση οι έγκλειστοι βλέπουν μόνο σκιές και, ελλείψει άλλων ερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Τα δεσμά τούς στερούν κάθε δυνατότητα κίνησης, αυτενέργειας και διεύρυνσης του οπτικού τους πεδίου. Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνον όρασης αλλά και αυτή δεν είναι άλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αναντίρρητη αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη.


Στον κόσμο του σπηλαίου επικρατεί απόλυτη ομοιομορφία. Κανένας δεσμώτης δεν ξεχωρίζει από τους άλλους, γιατί κανένας δεν έχει συναίσθηση της μοναδικότητας του. Η αυτογνωσία και η ετερογνωσία απουσιάζουν, καθώς δε βλέπουν τίποτε άλλο εκτός από τις σκιές του εαυτού τους και των συνανθρώπων τους.

Κάποια στιγμή όμως, ένας από αυτούς κατορθώνει να ελευθερωθεί και να ανέβει στον κόσμο του φωτός. Σηκώνεται, στρέφει το λαιμό του, περπατά, κοιτάζει προς το μέρος της φωτιάς και εν συνεχεία προς τα αντικείμενα που περιδιαβαίνουν το παρατείχισμα. Το πέρασμα από τη σκιά στο αισθητό είναι το πρώτο βήμα, η αρχή μιας επίπονης και κοπιώδους πορείας προς τη γνώση και την αλήθεια.

Ο δεσμώτης έρχεται πιο κοντά στο ον και σε αντικείμενα περισσότερο πραγματικά. Πλάι του βρίσκεται κάποιος που διακριτικά τον καθοδηγεί, συζητώντας και ρωτώντας τον σχετικά μ΄ αυτά που πρωτοαντικρίζει.

Ο δεσμώτης τότε περιέρχεται στην κατάσταση του απορείν, βρίσκεται σε αμηχανία και αδυνατεί να δώσει μιαν απάντηση, όταν αυτός που είναι δίπλα του τον ρωτά τι βλέπει. απορείν δεν εκφράζει μόνον την πνευματική του σύγχυση, αλλά και τη συνειδητοποίηση της αγνοίας του. Η ύπαρξη των ομοιωμάτων θέτει εκ των πραγμάτων ζήτημα σύγκρισης με τις σκιές τους, αναφορικά με το βαθμό αυθεντικότητας. Ο δεσμώτης καλείται ν΄ αποφασίσει ποιο από τα δύο δεδομένα είναι αληθέστερον.

Η πορεία προς τον κόσμο του φωτός σηματοδοτείται από ένα πλήθος δυσχερειών και από οδύνη.

Κοιτάζοντας προς το μέρος της φωτιάς ο πλατωνικός ήρωας αλγοι και αδυνατεί να διακρίνει εκείνα ων τότε τάς σκιάς εώρα. Στρέφοντας το βλέμμα του λίγο αργότερα προς την έξοδο του σπηλαίου υποφέρει κι ο πόνος του μεγιστοποιείται όσο περισσότερο πλησιάζει στον κόσμο των νοητών.

Αυτομάτως ο δεσμώτης αντιδρά, αμύνεται, επιμένει να θεωρεί τις σκιές αληθέστερες των ομοιωμάτων  και προσπαθεί να επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση. Αυτό που προκαλεί την αντίστασή του, είναι παραδόξως αυτό που τον παρακινεί να εξέλθει από το σπήλαιο είναι το απορείν, που το τοποθετεί στο μεταίχμιο, ανάμεσα στο παρόν του κόσμου των σκιών και στο άδηλο μέλλον ενός καινούργιου κόσμου. Ο δεσμώτης δε θέλει να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της ψευδαίσθησης για μιαν αλήθεια που δεν του εγγυάται εξαρχής κάτι καλύτερο. Η απάρνηση της ζωής του σπηλαίου και το ξεκίνημα μιας καινούργιας πορείας, η οποία, ώσπου να περατωθεί, τον αφήνει μετέωρο στο άγνωστο, συνεπάγεται αναμφίβολα οδύνη, ένα μεγάλο ψυχικό κόστος που δικαιολογημένα θα προσπαθήσει να αποφύγει.

Η αντίσταση θα καμφθεί σταδιακά, όταν αρχίσει να συνηθίζει την καινούργια κατάσταση, να εξοικειώνεται με τις νέες συνθήκες. Σταδιακά λοιπόν, ανεβαίνοντας στον κόσμο του φωτός, θα μπορέσει να διακρίνει τις σκιές των νοητών και τα είδωλα τους στις υδάτινες επιφάνειες, έπειτα αυτά τα ίδια και τέλος, τον ήλιο , την υπέρτατη ιδέα του αγαθού επίτροπο του ορατού κόσμου και αιτία ύπαρξης των πάντων.

Κάθε βήμα του δεσμώτη μεταβάλλει την ποιότητα της όρασής του. Η φυσική όρασις, η συνυφασμένη με την κατ΄αίσθησιν αντίληψιν, μετατρέπεται από παθητική παρατήρηση των σκιών σε ενεργητική κίνηση του βλέμματος, σε αμφιβολία τη στιγμή που αντικρίζει τη φωτιά και τα ομοιώματα των αντικειμένων. Κατόπιν, στο πρώτο στάδιο του νοητού, ισοδυναμεί με την διά του προσωπικού συλλογισμού απόπειρα σύλληψης των όντων ενώ στο τέλος της πορείας, λαμβάνει την έννοια της ενορατικής αποκαλύψεως: ο δεσμώτης θεάται το Αγαθόν, το βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, το βιώνει.

Ποιος είναι όμως αυτός που τον  ελευθερώνει και τι χαρακτήρα έχει η καθοδήγηση του;

Η παιδεία, μας λέει ο Πλάτων, επαναφέρει το ευγενέστερο μέρος της ψυχής προς την θέα του αρίστου ανάμεσα στα όντα, τη βοηθά να στραφεί από το γιγνόμενον προς το όν, φτάνοντας στην κορυφή του. Η πλατωνική παιδεία είναι η διαλεκτική, η δια του λόγου τέχνη, η οποία αποδεσμεύει το άτομο από την αυταπάτη και την πλάνη των σκιών.

Λόγος, αντίλογος, επικοινωνία με τον άλλον, τον ειδότα. Αυτός λοιπόν που ελευθερώνει το δεσμώτη είναι ο δάσκαλος – φιλόσοφος, ο οποίος με τη μέθοδο των ερωταποκρίσεων στέφει το όμμα της ψυχής του προς το νοητόν. Χωρίς να παρέχει μια προκατασκευασμένη γνώση, ο ειδώς βρίσκεται δίπλα του, τον βοηθά να κατανικήσει την εσωτερική του αντίσταση και να αποτολμήσει την ανάβαση εκείνη, η οποία θα του αποκαλύψει το ενυπάρχον, αλλά λησμονημένο όραμα των ιδεών.

Κοπιώδης και επίπονη η ανάβαση, στο τέρμα της αποζημιώνει το δεσμώτη για την όλη την οδύνη που υπέστη. Αντικρίζοντας το Αγαθόν κατανοεί – συνειδητοποιεί την ουσία της ύπαρξής του και του γίγνεσθαι.


Η θέασις – αποκά λυψη της υπέρτατης ιδέας του νοητού έχει ως αποτέλεσμα τη ριζική αναμόρφωση της ζωής του, την αναθεώρηση της μέχρι πρό τινος αυτοαντίληψης και ετεροαντίληψής του.

Στο εξής, ο απελεύθερος δεσμώτης καθίσταται ικανός να ενεργεί με βάση τα δικά του καθοδηγητικά πρότυπα, να είναι υπεύθυνος για τις αποφάσεις του, μπορεί να αντιστέκεται σε οποιαδήποτε εξωτερική επιβολή.

Είναι σε θέση να αναγνωρίζει τη μη αυθεντικότητα των σκιών και – επιστρέφοντας στο σπήλαιο – να πολεμά τις δοξασίες και τα είδωλα.


Η ανάβαση στον κόσμο του φωτός συνιστά μια πορεία, η οποία ξεκινώντας από μια αρνητική γνώση, από τη γνώση "του τι δεν είναι", απολήγει στην αυτογνωσία και την κοσμογνωσία.


Ο κόσμος του σπηλαίου απεικονίζει την εμμονή της ψυχής στο αισθητόν, την υπερεκτίμησή του, την παντελή κυριαρχία των αισθήσεων και του επιθυμητικού τμήματός της επί του λογιστικού. Η προσκόλληση στο γίγνεσθαι επιφέρει ψυχική σύγχυση, νόσον ενώ η θέασις των όντων εσωτερική ισορροπία , την εναρμόνηση  των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού μέρους της, το οποίο στο εξής επιλέγει τι πιο συμφέρουσες για το άτομο επιθυμίες.

Για τον Πλάτωνα, το αίτημα της αυτογνωσίας είναι πρωταρχικό.

Ακόμη κι αν δε βρεθεί ποτέ ο φιλόσοφος – βασιλεύς που θα διοικήσει την ιδανική πολιτεία, κάθε άνθρωπος χωριστά θα επιδιώξει τουλάχιστον να ρυθμίσει το πολίτευμα της ψυχής του.

Φως – σκοτάδι, αληθές – ψευδές, γνώση – άγνοια, είναι τα βασικά μοτίβα πάνω στα οποία οικοδομείται το πλατωνικό σπήλαιο.


Χώρος σκοτεινός, το σπήλαιο είναι  τάφος, φυλακή της αλήθειας στα δεσμά του αισθητού, όπως το σώμα είναι σήμα, τάφος της ψυχής που την καθηλώνει στην πλάνη των αισθήσεων. Ο δεσμώτης θα κερδίσει τη ζωή και την ελευθερία του τη στιγμή που θα αποστασιοποιηθεί από το χώρο και το χρόνο του παρόντος, που θα μεταβεί σ’ έναν άλλον κόσμο και θα ανακτήσει τη λησμονημένη γνώση των ιδεών και του Αγαθού.

Υπό το φώς της αλήθειας, το σπήλαιο μετατρέπεται αυτομάτως από χώρο θανάτου σε χώρο ζωής, καθώς ο δεσμώτης επιστρέφει για να ζήσει εντός του, χωρίς να υποκύπτει πλέον στη γοητεία του φαινομένου.

Ο μύθος του σπηλαίου δεν είναι άλλο από την εικονογράφηση ή - αν θέλετε -  τη δραματοποίηση της πλατωνικής ανάμνησης και του ρόλου της διαλεκτικής στην εν λόγω διαδικασία. Από τη στιγμή που ο έγκλειστος στρέφει το βλέμμα του προς τα ομοιώματα των αντικειμένων, ξυπνά μέσα του αμυδρά, συγκεχυμένο το όραμα των ιδεών.

Τα αντικείμενα του αισθητού αποτελούν ένα πρώτο, αλλά καθοριστικό βήμα για την προσέγγιση του νοητού. Ατελείς αντανακλάσεις, ελλιπείς απεικονίσεις του, όμοια με το σύμπτωμα που αντιπροσωπεύει το απωθημένο, συνιστούν γέφυρα σύνδεσης του φαίνεσθαι με το είναι και βοηθούν την ψυχή να λειτουργήσει συνειρμικά. Σύνδεση εικόνων, παραστάσεων που διέπονται από αλληλουχία.

Στον κόσμο του φωτός ο δεσμώτης κατορθώνει να διακρίνει αρχικά τις σκιές και τα είδωλα του νοητού εξαιτίας των αναλογιών τους με τα αντικείμενα του γίγνεσθαι. Οι ερωτήσεις του ειδήμονος θα τον βοηθήσουν να αξιολογήσει και να επεξεργαστεί τα δεδομένα των αισθήσεων, να απαγκιστρωθεί τελείως από τα αισθητά και να ατενίσει τα όντως όντα και την υπέρτατη αρχή τους. Ο δεσμώτης δε γνωρίζει, αναγνωρίζει αυτό που κάποτε η ψυχή του συνάντησε πριν αναμειχθεί με το σώμα.

Η έξοδός του από το σπήλαιο είναι έξοδος από ένα παρόν που επαναλαμβάνεται ανακυκλώνεται, εξαντλείται στις σκιές που αντικατοπτρίζονται στον τοίχο του, σε δεδομένα χωρίς προοπτική αλλαγής και εξέλιξης. Έξοδος από μια ζωη στατική, η οποία στερείται μνήμης.

Οι έγκλειστοι, μας λέει ο Πλάτων, βλέπουν μόνο μπροστά (είς τε το πρόσθεν μόνον οράν), που σημαίνει ότι στερούνται της δυνατότητας μιας όρασης σχετικής με το παρελθόν τους. Ο ένας και μοναδικός που τολμά να σπάσει τα δεσμά του, διευρύνει το οπτικό του πεδίο κοιτάζοντας πίσω του και επιχειρώντας βήματα προς τα πίσω, από το βάθος της σπηλιάς προς την έξοδο της, κι ακόμη πιο πέρα, στον κόσμο του φωτός.

Τι μπορεί να συμβολίζει μια τέτοια κίνηση, αν όχι μια παλινδρόμηση σ’ ένα χωροχρόνο ο οποίος προηγείται και προυπάρχει του σπηλαίου;

Η πλατωνική ανάμνηση είναι μια δυναμική πορεία επιστροφής  στο παρελθόν, η οποία συντελείται σταδιακά, χάρη στη σύνδεση των δεδομένων του παρόντος με τη λησμονημένη εντός της ψυχής γνώση, ένα ψυχικό – νοητικό ταξίδι στα μονοπάτια της μνήμης.

Το  σπήλαιο απεικονίζει, πέρα από τον πολιτικό κοινωνικό μακρόκοσμο, τον προσωπικό κόσμο του κάθε ατόμου, τον τρόπο με τον οποίο καθένας από εμάς αντιλαμβάνεται τον ευαυτό του και την θέση του στα πλαίσια του γίγνεσθαι.

Είναι μ’ άλλα λόγια μια ιδιάζουσα, ιδιότυπη πόλις, όμοια μ’ εκείνη του νευρωτικού, ο οποίος, παραδομένος στο σύμπτωμα και τα παρεπόμενά του, ζει μέσα σε μια άνευ προηγουμένου αυταπάτη και πλάνη.

Το να παραμείνει κανείς στον κόσμο των σκιών είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής όπως προσωπική επιλογή είναι να στρέψει το βλέμμα του προς το φως και να επωμιστεί το ψυχικό κόστος ενός ταξιδιού στον κόσμο της αλήθειας.

Αληθές και ψευδές συνυπάρχουν, εναλλάσσονται και εμπλέκονται.
Για ν’ απαλλαγεί κανείς από την αφροσύνη, πρέπει να κοιτάξει βαθιά, στην αλήθεια της ψυχής του. Αυτή θα του εξασφαλίσει μια "δεύτερη όραση", παρόμοια μ’ εκείνη της μεμυημένης ψυχής του μάντη των τραγωδιών, μιαν όρασιν η οποία αντίκειται στην φυσική όψιν, την υπερβαίνει και τελικά την καταργεί μετατρέποντάς την σε τυφλότητα.

Αυτό υπαγορεύει – κατά την γνώμη μου – ο πλατωνικός μύθος στον ακροατή και στον αναγνώστη του: να απαρνηθεί το αυτονόητο και να αναζητήσει πίσω από το φαίνεσθαι το είναι, προκειμένου να αναμορφώσει την ύπαρξή του.

Αφήγηση παράδοξη και συγχρόνως γοητευτική, ο φιλοσοφικός μύθος αποτελεί κώδικα επικοινωνίας του μεμυημένου με τους αμύητους, εκφράζοντας αυτό που υπερβαίνει κάθε λογική σύλληψη, το άλογον, όχι το παράλογο, αλλά εκείνο που δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει και να ευστερνιστεί κανείς, εάν προηγουμένως δεν το έχει βιώσει.

Όμοιος με το όνειρο, που συγκαλύπει τεχνηέντως το πραγματικό του νόημα πίσω από το έκδηλο περιεχόμενό του, είναι ένας λόγος συμβολικός, ο οποίος φαίνει και κρύπτει ταυτόχρονα μιαν αλήθεια που ενυπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή, αλλά που η απευθείας ανακοίνωσή της προσκρούει στη λογική του ατόμου.

Έκφραση του αλόγου στοιχείου και των διεργασιών που λαμβάνουν χώρα εντός του ψυχικού κόσμου, ο μύθος του σπηλαίου επαναπροσδιορίζει την έννοια του αληθούς και του ψευδούς και προβάλλει επιτακτικά το αίτημα της απελευθέρωσης του ατόμου από την πλάνη.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΙΕΡΑΤΕΙΑ

Οι σαμάνοι και τα πρώτα ιερατεία


Μια αναφορά στους σαμάνους και το πως απο αυτούς προέκυψαν τα ιερατεία όταν δημιουργήθηκαν οι πρώτες κρατικές συγκροτήσεις.

Με την ανάπτυξη των ανιμιστικών αντιλήψεων, για την ύπαρξη πνευμάτων, και της ανάγκης εξευμενισμού τους, οι ηλικιωμένοι γίνονται οι πρώτοι διαμεσολαβητές με τα πνεύματα, που εξελίχθηκαν αργότερα στους σαμάνους και τους μάγους.

 Ήταν αυτοί που λόγω των γνώσεων που είχαν μπορούσαν να αναλάβουν έναν τέτοιο ρόλο. Η γνώση συγκεντρώθηκε σε αυτούς. Με την ανάπτυξη των κυνηγετικών τεχνικών της ομάδας και κυρίως με την μόνιμη εγκατάσταση, αναβαθμίζεται ο ρόλος των πρεσβυτέρων. Οι πρεσβύτεροι πέρα από την καλύτερη γνώση των κυνηγετικών τεχνικών που τις μεταδίδουν στους νεότερους, όταν άρχισε η μόνιμη εγκατάσταση, στηρίζουν την παραγωγή όπλων, εργαλείων και γενικά τη μεταφορά της τεχνογνωσίας.

Οι πρώτοι γνωστοί μάγοι ιερείς, οι σαμάνοι, στα πλαίσια του συστήματος των γενεών, δεν αποτελούν κάποια ξεχωριστή κάστα. Λειτουργούν ατομικά στα πλαίσια της κοινότητας σαν μεσολαβητές με τα πνεύματα των νεκρών αλλά και τα πνεύματα των ζώων και των φυσικών φαινόμενων που έπρεπε να εξευμενισθούν. Αρχίζουν να καθιερώνουν διάφορες τελετουργίες για το κάλεσμα και εξευμενισμό των πνευμάτων, τις οποίες μπορούσαν να κάνουν μόνο αυτοί, επειδή μόνο αυτοί είχαν την ανάλογη «τεχνογνωσία» και ικανότητα. Αυτά ήταν μυστικά που μεταφέρονταν μόνο σε αυτούς που θα συνέχιζαν αυτό το έργο.

Οι τελετουργίες αυτές και οι αντιλήψεις πήραν παγκόσμια εξάπλωση. Ο ανιμισμός και ο σαμανισμός, χωρίς να αποτελούν ακόμη θρησκεία με τα χαρακτηριστικά που πήραν αργότερα οι θρησκείες στα πλαίσια των οργανωμένων κρατικών συγκροτήσεων, ήταν η πρώτη και πιο μακρόχρονη παγκόσμια ιδεολογία, με την έννοια της συγκρότησης αντιλήψεων για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, η οποία είχε τεράστια εξάπλωση, επηρέασε άμεσα όλες τις θρησκείες που ακολούθησαν στη συνέχεια μέχρι σήμερα και αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα αυτοτελές σύστημα δοξασιών που επιβιώνει σε πολλές περιοχές του κόσμου.

Στις μεγάλες κρατικές συγκροτήσεις ή τις πόλεις κράτη που προέκυψαν αργότερα, εμφανίζεται οργανωμένο ιερατείο που εξυπηρετεί τις ανάγκες των καινούργιων κρατικών συγκροτήσεων και οι θρησκευτικές αντιλήψεις παίρνουν πιο οργανωμένο χαρακτήρα. Αυτά τα ιερατεία συνυπάρχουν με τους προηγούμενους μάγους αλλά τον κυρίαρχο ρόλο τον έχουν τώρα τα νέα ιερατεία. 

Αλλού οι μάγοι, σαμάνοι αναβαθμίζονται αποτελώντας οι ίδιοι το νέο ιερατείο, αν η φυλή τους έγινε κυρίαρχη. Κάτι τέτοιο έγινε με τους Χαλδαίους μάγους που έγιναν το ιερατείο της Βαβυλωνιακής επικράτειας ως κυρίαρχη φυλή ή τους ή τους Μήδους Μάγους που γίνανε το ιερατείο της Περσικής θρησκείας, από τους οποίους πήραν και το όνομα τους οι μετέπειτα μάγοι . 

Παρόμοιες διαδρομές ακολουθήθηκαν σε πολλές άλλες περιπτώσεις.

Φυλές που συνεχίσανε να δρούν νομαδικά και παραμείνανε στο σύστημα των γενεών, συνεχίσανε χωρίς οργανωμένο ιερατείο, με το σύστημα των σαμανιστικών πρακτικών να είναι κυρίαρχο.

Αυτός είναι ίσως ο λόγος που ο σαμανισμός συνέχισε να έχει τις ισχυρότερες βάσεις στις νομαδικές φυλές της νότιας Ρωσίας, νότιας Σιβηρίας και κεντρικής Ασίας. Αν και παρέμεινε ισχυρός και σε οργανωμένες κρατικές οντότητες, όπου συνέχισε να επικρατεί το ανιμιστικό σύστημα αντιλήψεων.

Οι περιοχές αυτές φιλοξενούσαν ίσως σε κάποια περίοδο και τα ονομαζόμενα ινδοευρωπαϊκά φύλα, κυρίως γύρω από τον Εύξεινο Πόντο αλλά και μογγολικά φύλα γύρω απο τα Αλτάια όρη, που ήταν από τις περιοχές που συνέχισε μέχρι και πρόσφατα να είναι ευρύτατα διαδεδομένος. Και τα ινδοευρωπαϊκά φύλα εξ άλλου ήταν νομαδικά πολεμικά φύλα, ώσπου να εγκατασταθούν μόνιμα και να δημιουργήσουν οργανωμένες κρατικές οντότητες. Οι Κέλτες Δρυίδες ήταν το αντίστοιχο των σαμάνων ιερέων σ’ αυτά τα φύλα. Στην Σκανδιναβία όπως και τα τευτονικά φύλα γύρω από τη Βαλτική ήταν ανεπτυγμένος ο σαμανισμός, το ίδιο και στους Ούγγρους που έχουν άμεση σχέση και καταγωγή με τους Αλταϊκούς λαούς.

Στην Ασία είχαν ευρύτατη διάδοση, στην Κορέα, την Ιαπωνία- ο Σιντοϊσμός θεωρείται σήμερα ότι είναι σαμανισμός οργανωμένος σε θρησκεία. Το ίδιο στην Κίνα αλλά και στο Θιβέτ και το Νεπάλ καθώς και σε περιοχές της Ινδίας. Στην Οκινάβα και σε πολλά νησιά του Ειρηνικού. Στους Εσκιμώους τόσο του Καναδά, της Γροιλανδίας όσο και της Ασίας. Στην Αφρική, πολλές μορφές των σημερινών παραδοσιακών θρησκειών είναι σαμανισμός. Από την Ασία περάσανε στην Αμερική. Στη Βόρεια Αμερική όλες οι φυλές των Ινδιάνων. Στην κεντρική Αμερική με τους μάγια ιερείς. Επίσης στην Καραϊβική και τον Αμαζόνιο. Στους ιθαγενείς της Αυστραλίας.

Σαμάνος σημαίνει αυτός που ξέρει. Διάφορα κείμενα και παραδόσεις, μιλούν για τους παλιούς σαμάνους ότι είχαν εκπληκτικές ικανότητες, πρόβλεψης στο μέλλον αλλά και σωματικές ικανότητες, να κάνουν υπεράνθρωπα κατορθώματα.

Ο σαμάνος κέρδιζε αυτό τον τίτλο με την αξία του αποδεικνύοντας ότι διαθέτει τις ιδιότητες που τον καθιστούν ικανό γι αυτό το ρόλο, δηλαδή να μπορεί να επικοινωνεί με τον κόσμο των πνευμάτων.

Ο σαμανισμός σε πολλές φυλές είχε συνδεθεί με άτομα που ήταν ασθενικά ή επιληπτικά. Αυτό μπορεί να δημιουργούνταν και τεχνητά, με τη χρήση παραισθησιογόνων ουσιών που χρησιμοποιούνται για την αλλαγή της κατάστασης της συνείδησης και η χρήση τους μπορεί να απόβαινε και μοιραία, τόσο στη διαδικασία επαφής με τα πνεύματα όσο και στη διαδικασία μύησης στον σαμανισμό. 

Θεωρούνταν ότι τέτοια άτομα είχαν μεγαλύτερη ικανότητα επαφής με τα πνεύματα.

Μία εξήγηση γι αυτό είναι ότι θεωρούσαν ότι τέτοια άτομα με ιδιόμορφη συμπεριφορά, είχαν περισσότερη από αυτή τη μυστική δύναμη που βρίσκεται μέσα στα πράγματα ή είχαν περισσότερες δυνατότητες για επικοινωνία με αυτή τη μυστική δύναμη άρα και μεγαλύτερη δυνατότητα επικοινωνίας με τα πνεύματα που μερικές φορές τους καταλάμβαναν κι όλας εκδηλώνοντας σπασμούς ή άλλες παράξενες συμπεριφορές, που δεν ήταν συνηθισμένες ανθρώπινες συμπεριφορές και υπέθεταν ότι προέρχονταν από τα πνεύματα. 

Αυτή η μυστική δύναμη πήρε διάφορα ονόματα σε διάφορους λαούς. Ο ανθρωπολόγος Ρόμπερτ Μάρετ εισήγαγε τον όρο mana που βρήκε να χρησιμοποιούν οι Μελανήσιοι για να δηλώσουν αυτή τη μυστική δύναμη που υπάρχει μέσα στα πράγματα και παρεμβαίνει στις μαγικές τελετουργίες. 

Σε διάφορους λαούς αυτή η δύναμη πήρε διάφορα ονόματα, για παράδειγμα στους Ινδιάνους της Βόρειας Αμερικής ονομάζεται manitouorendawakan κλπ. Το ίδιο ανάλογες ονομασίες υπάρχουν σε λαούς της Αφρικής. Ή ακόμη και το βράχμαν των Ινδών εκφράζει σε μια πιο περίπλοκη αντίληψη την ίδια ιδέα. 

Στα ισπανικά υπάρχει ο όρος ντουέντε, για τον οποίον υπάρχει μια πολύ ωραία ομιλία του Λόρκα, που συγγενεύει με αυτές τις αντιλήψεις.

Από αυτή τη μυστική δύναμη είχαν σε μεγαλύτερη ποσότητα οι αρχηγοί, οι μάγοι, οι γενναίοι πολεμιστές κλπ.
Ανάλογη πιθανόν ήταν και η συμπεριφορά των γυναικών ιερέων στα μεγάλα μαντεία που έλεγαν τις ακατανόητες προφητείες, τις οποίες βέβαια μετά μετέφραζαν οι ιερείς που ήταν γύρω από την ιέρεια. Σε μερικές περιπτώσεις είχε και κληρονομικό χαρακτήρα. Σε πολλούς πολιτισμούς ήταν περισσότεροι οι άνδρες σαμάνοι ενώ σε άλλους ευνοούνταν οι γυναίκες. Σε άλλες ευνοούνταν η ένδυση με ρούχα του αντίθετου φύλου. 

Σε άλλες περιοχές δεν υπάρχει πολύ καθαρή διάκριση ανάμεσα σε έναν σαμάνο και ένα άλλο ηλικιωμένο μέλος της φυλής. Κάθε ηλικιωμένος με τις γνώσεις του μπορούσε να εκτελέσει κάποιες λειτουργίες σαμάνου.

Ο Mircea Eliade λέει ότι καθένας που είχε επαφή με τα πνεύματα δεν ήταν σαμάνος. Σαμάνος είναι αυτός που υποτίθεται ότι μπορεί και τα ελέγχει, βρίσκεται δηλαδή ένα σκαλί πάνω από τους υπόλοιπους.

Βασικός εξοπλισμός του σαμάνου ιερέα ήταν το τύμπανο με χαρακτηριστική διακόσμηση, με το οποίο έδιωχνε τα δαιμόνια. Στις μαγικές πράξεις έδιναν στα πνεύματα αυτά αποκρουστικά ονόματα και τα έδιωχναν με κρότο, θόρυβο, τύμπανα, ξόρκια κτλ, απαγγέλλοντας και διάφορα ξόρκια.

 Ο δυνατός ήχος παρέπεμπε σε ισχυρά πνεύματα, τα οποία επικαλούνταν για να διώξουν τα κακά πνεύματα. Ο δυνατός ήχος παραπέμπει στην βροντή, τον κεραυνό, που θεωρούνταν δυνάμεις που ήταν στα χέρια ισχυρών θεών. Ο ήχος του τύμπανου παραπέμπει σε αυτούς τους ήχους και ταυτόχρονα έδινε ρυθμό για την κίνηση και το χορό που είναι σημάδια της ζωής, άρα διώχνουν το κακό, το θάνατο κλπ. Οι ψυχοπαθείς στο Ευαγγέλιο ονομάζονται δαιμονισμένοι, και είναι χαρακτηριστικό ότι αυτές οι αντιλήψεις έχουν παραμείνει ακόμη και στις μέρες μας.

Σε κάποια φάση έγινε διάκριση ανάμεσα στους λευκούς σαμάνους που επικοινωνούσανε με τα πνεύματα την ημέρα, ήταν μεσολαβητές με τα καλά πνεύματα, και στους μαύρους σαμάνους που επικοινωνούσαν με τα κακά πνεύματα τη νύχτα για να τα καλέσουν σε βοήθεια στους σκοπούς τους.

Ο ανιμισμός, ο σαμανισμός ή η μαγεία δεν αποτελούνε ακόμη θρησκεία. Ο ανιμισμός, η πίστη δηλαδή στα πνεύματα προσιδιάζει σε κάθε θρησκεία. Το ίδιο και η μαγεία που παρέμεινε και σαν αυτοτελής πρακτική αλλά και σαν συστατικό στοιχείο των θρησκευτικών τελετουργιών. Αποτελούν προθρησκευτικές καταστάσεις αλλά από μόνες τους δεν συνιστούν θρησκεία.

Το πέρασμα σε μεγαλύτερες κοινωνικές συγκροτήσεις, όπως είναι τα γένη και οι φυλές και αργότερα στα κράτη και τις νέες ιεραρχίες που δημιουργούνται, κάνουν πιο επιτακτική την ανάγκη διατήρησης της ενότητας τους. Μια ενότητα που δεν είναι δεδομένη όπως περίπου ήταν εκ των πραγμάτων η αλληλεγγύη στα πλαίσια της αρχαϊκής περιφερόμενης ομάδας. Τα πνεύματα αναβαθμίζονται σε μεγάλους και μικρότερους θεούς. Επίσης η αλλαγή των δραστηριοτήτων διαμορφώνει και τις αντίστοιχες θεότητες.

 Για παράδειγμα στην κοινωνία του γένους θεοί ήταν πολυάριθμα πνεύματα που εκφράζουν φυσικά φαινόμενα, ήλιο, γη, βροχή κτλ. 

Με την μόνιμη αγροτική εγκατάσταση, την εμφάνιση της γεωργίας, άρχισαν οι άνθρωποι να ενδιαφέρονται περισσότερο για ότι έχει σχέση με την καλλιέργεια και εμφανίσθηκαν οι θεοί που είχαν σχέση με τη γη και τη γονιμότητα της. 

Στην Ελλάδα ήταν η Δήμητρα, συνέχεια άλλων μεγάλων μητρικών θεοτήτων όπως ήταν η Ρέα ή η Αστάρτη στους σημιτικούς λαούς. Στην Αίγυπτο ήταν ο θεός Όσιρις, στη Βαβυλώνα ο θεός της βλάστησης Ταμούζ πέθαινε κάθε χρόνο την εποχή του θερισμού και ξαναζωντάνευε την άνοιξη. 

Θεό της γεωργίας που πέθαινε και ανασταινόταν, οι Φοίνικες και οι Σύριοι είχαν τον Άδωνι.

Η μόνιμη εγκατάσταση οδηγεί στην εμφάνιση θεοτήτων οι οποίοι επιτελούν συγκεκριμένους κοινωνικούς ρόλους. Για παράδειγμα στο Ινδικό πάνθεο ο Βαρούνα ήταν ο θεός του μαγικού δεσίματος στους κοινωνικούς όρκους, που έδενε αυτούς που τους παραβίαζαν και ήταν ο πιο σοφός. Ο Ίντρα ήταν ο θεός του πολέμου, της βίας. 

Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στο Ελληνικό δωδεκάθεο.

Τους ενδιαφέρει επίσης η διαδοχή των εποχών, η πρόβλεψη για τον καιρό, τα ουράνια φαινόμενα και με ποιο τρόπο αυτά επηρεάζουν τις αλλαγές στη γη και βρίσκονται σε σχέση μαζί τους . Οι σχέσεις που παρατηρούν ανάμεσα στα γήινα φαινόμενα και αυτά του ουρανού δημιουργούν την αντίληψη της ενότητας όλης της φύσης και του επηρεασμού των φαινομένων στη γη από ό,τι γίνεται στον ουρανό. 

Αρχίζουν να δημιουργούνται οι πρώτοι μεγάλοι μύθοι για τη δημιουργία του κόσμου. Μέσα σε αυτούς τους μύθους βρίσκει τη θέση του και ο άνθρωπος και εντάσσεται μέσα σε ένα πεπρωμένο. Οι μύθοι αυτοί για τη δημιουργία του κόσμου έχουν άμεση σχέση με την κάθε φυλή. Η ενότητα της ομάδας, της φυλής και το πεπρωμένο της είναι βασικό στοιχείο μαζί με την ερμηνεία που δίνεται για την φύση και τη δημιουργία της.

Όταν μια φυλή κατακτούσε μια άλλη πολλές φορές υιοθετούσαν τους θεούς της, τους οποίους όμως τοποθετούσαν σε υποδεέστερη θέση. 

Ο θεός Μαρδούχ ήταν στην αρχή θεός της πόλης της Βαβυλώνας. Όταν η Βαβυλώνα έγινε πρωτεύουσα μεγάλου κράτους υποτάσσοντας πολλές γειτονικές φυλές, τότε ο Μαρδούχ έγινε η κυρίαρχη θεότητα όλου του βασιλείου και οι θεοί των φυλών που υποτάχθηκαν μετατράπηκαν σε κατώτερους θεούς. Κάτι ανάλογο συνέβηκε και στον Ελλαδικό χώρο όπου η κάθοδος των Ελληνικών φύλων που έφεραν μαζί τους και τους δικούς τους θεούς, οδήγησε σε μία καινούργια σύνθεση θεοτήτων, όπου την πρωτοκαθεδρία αναλαμβάνει τώρα ο Δίας σε ένα δωδεκάθεο με περισσότερο ανδροκρατική πια σύνθεση σε σχέση με τις προηγούμενες, κυρίως μητρικές, γυναικείες θεότητες των Πελασγών.

Με έναν ανάλογο τρόπο οι κοινωνικές εξελίξεις αλλάζουν και τους ρόλους των θεών. Ο Α. Λουνατσαρσκυ στην ”καταγωγή των θρησκειών'' επισημαίνει ότι στα ομηρικά έπη ο Δίας εμφανίζεται με τα χαρακτηριστικά του παντοδύναμου βασιλιά της δύναμης που σκορπάει τους κεραυνούς του. 

Μερικούς αιώνες αργότερα, που είχε μεσολαβήσει η μεγάλη πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη των κλασσικών χρόνων, το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, από τις περιγραφές που υπάρχουν, τον αναδείκνυε σαν το θεό της σοφίας και της δικαιοσύνης. Μιας δικαιοσύνης που δεν μπορεί να καταπατηθεί.

Επίσης στις πόλεις κράτη που δημιουργήθηκαν δημοκρατικές μορφές οργάνωσης έχουμε μια μετατόπιση από την προβολή της ωμής δύναμης σαν στοιχείο επιβολής στην κοινωνία, στο στοιχείο της δικαιοσύνης.  

Στις Ελληνικές τραγωδίες βασικό ήταν το στοιχείο της υποταγής στους νόμους της πόλης, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρός ήταν κάποιος. Η μη υποταγή στους νόμους σήμαινε καταστροφή και στον πιο ισχυρό. Η μετατόπιση εξάλλου από τον κυρίαρχο ρόλο της δύναμης σε αυτόν της δικαιοσύνης είναι ένδειξη περαιτέρω γνωστικής και ηθικής ωρίμανσης.

Η πίστη στον ένα θεό εμφανίζεται εκεί που η εξουσία ασκείται από έναν ηγεμόνα δεσπότη, που έχει συγκεντρωμένη όλη την εξουσία στα χέρια του, μαζί με την κάστα που κυβερνά. 

Το ίδιο και όλη η στρατιά από αγγέλους, αρχαγγέλους και διάφορους άλλους τιτλούχους που αντιπροσωπεύουν και τις διάφορες κατηγορίες των τιτλούχων γύρω από τον βασιλιά δεσπότη. Ένα ποίμνιο ένας ποιμήν. Οι επίγειοι δεσπότες απαιτούν από τους υπηκόους τους ταπεινοφροσύνη και υπακοή, λατρεία και δώρα. Οι αντίστοιχοι θεοί απαιτούν τα ίδια πράγματα.
Σ’ αυτές τις συνθήκες οργανώνεται το ιερατείο σαν ξεχωριστή κάστα.
                                                                                                                               
*Ιδιαίτερα κατατοπιστικά σε αυτό το θέμα απο όπου πάρθηκαν στοιχεία της ανάρτησης, είναι ο ''σαμανισμός'' και η ''πραγματεία πάνω στην ιστορία των θρησκειών'' του Mircea Eliade (εκδ. Χατζηνικολής), όπως και η ''καταγωγή της θρησκείας'' του Α. Λουνατσάρσκυ.

βορειο ιστολογιο 

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Η θρησκεία των Εβραίων και οι Έλληνες


Τα Ελληνιστικά κράτη που δημιουργήθηκαν μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και κυρίως αυτό των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο και των Σελευκιδών στη Συρία, αποτέλεσαν το πεδίο όπου συναντήθηκαν και ήρθαν σε ώσμωση αλλά και αντιπαράθεση οι Έλληνες και οι Εβραίοι. 

Ας θυμηθούμε την μετάφραση των εβδομήκοντα, όπου 72 ελληνόγλωσσοι Εβραίοι με πρόνοια του Πτολεμαίου 
Β´του Φιλάδελφου και τη συνδρομή του Δημήτριου Φαληρέα, επιμελητή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, μετέφρασαν τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης από την Εβραϊκή στην κοινή Ελληνιστική γλώσσα, στα μέσα του 3ου πΧ αιώνα, για τους Εβραίους υπηκόους του βασιλείου, κατοίκους κυρίως της Αλεξάνδρειας, που μιλούσαν περισσότερο την Ελληνική και λιγότερο την Εβραϊκή γλώσσα. 

Όπως και πολλά άλλα εβραϊκά κείμενα μεταφράσθηκαν στην ελληνιστική γλώσσα εκείνη την περίοδο. 

Τα Ελληνικά ήταν η κυρίαρχη γλώσσα για πολλούς αιώνες στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Εκείνη την περίοδο η Ιουδαία ήταν στην κυριαρχία του βασιλείου των Πτολεμαίων.

Μετά το 198 πΧ που η περιοχή της Ιουδαίας πέρασε στην κυριαρχία του βασιλείου των Σελευκιδών της Συρίας, ακολουθήθηκε από τους Σελευκίδες και κυρίως τον Αντίοχο Δ´, μια πολιτική βίαιου εξελληνισμού, που οδήγησε στην εξέγερση των Μακκαβαίων και στην αποκατάσταση της θρησκείας τους το 164 πΧ με τη νίκη τους επί του Αντιόχου Δ´. 

Μια σύγκρουση που είχε και χαρακτηριστικά εμφύλιας διαμάχης μιας και υπήρχαν ισχυρές τάσεις κυρίως στην αριστοκρατία αλλά και σε θρησκευτικές παρατάξεις που ήθελαν την ενσωμάτωση ελληνιστικών στοιχείων στη ζωή τους. Εκείνη την περίοδο οι Μακκαβαίοι, στην αναζήτηση συμμάχων είχαν στραφεί και προς τη Ρώμη αλλά και σε δυνάμεις στην Ελλάδα, κυρίως στη Σπάρτη, με την οποίαν, το βιβλίο των Μακκαβαίων γράφει ότι είχαν παλαιούς δεσμούς.

Οι Έλληνες για πολλούς αιώνες είχαν επαφές αλλά και αντιπαράθεση με τους Φοίνικες, Χαναναίους οι οποίοι κατοικούσαν στη βόρεια Χαναάν, στη θέση που είναι ο σημερινός Λίβανος. 

Με τους Φοίνικες οι Έλληνες ήταν για πολλούς αιώνες σε ανταγωνισμό για τον έλεγχο του εμπορίου στη Μεσόγειο αλλά και σε επαφές, αφού αξιοποίησαν το Φοινικικό αλφάβητο, με το οποίο καταγράφονταν φθόγγοι αντί συλλαβών. 

Εξάλλου σύμφωνα με την παράδοση, ιδρυτής της Θήβας ήταν ο Κάδμος ένας πρίγκηπας από τη Φοινίκη.

Ο Γιαχβέ, ο Ιεχωβάς, ήταν ένας θεός μιας φυλής στο νότο της Παλαιστίνης, των Ιουδαίων. Επτά έθνη μοιράζονταν τη γη της Παλαιστίνης όταν ήταν κάτω από την κυριαρχία των Ασσυρίων.

Οι Φοίνικες, οι Σαμαρείτες, οι Φιλισταίοι, οι Αμμωνίτες, 
οι Μωαβίτες, οι Εδωμίτες και οι Ιουδαίοι. Ανάμεσά τους υπήρχαν ανταγωνισμοί, στρατιωτικές κατακτήσεις, γάμοι μεταξύ βασιλικών οίκων, ενώσεις και προσεταιρισμοί.  Κάθε φυλή θεωρούσε τους μακρινούς προγόνους των βασιλέων, ως θεούς. 

Οι θεοί αυτοί συνήπταν με τη φυλή μια συνθήκη ή διαθήκη όπως έλεγαν τότε τη συνθήκη. Η φυλή αναλάμβανε να κάνει στο θεό θυσίες και ο θεός σε αντάλλαγμα προστάτευε τη φυλή. Οι σπουδαίοι αυτοί πρόγονοι ήταν οι Ελοχίμ. Ο Γιαχβέ ήταν ένας βασιλέας, Σαβαώθ, αρχηγός αυτών των επουράνιων στρατών. Με αυτόν ο εβραϊκός λαός συνήψε συμφωνία, διαθήκη. Για τη διατήρηση της συμφωνία τους με τον θεό θυσίαζαν το πρώτο μοσχάρι, το πρώτο αρνί ή και το πρωτότοκο παιδί αν και αυτό αντικαταστάθηκε αργότερα από την περιτομή που εξυπηρετούσε βέβαια και λόγους υγιεινής. 

Ελ σημαίνει δύναμη, θεός. Είναι μια από τις προσωνυμίες που είχαν οι Χαναναίοι για τον θεό. Ο Ελοχίμ είναι από την ίδια ρίζα. Ο Ελοχίμ ήταν στο Βορά και ο Γιαχβέ στο νότο. Το 722 πΧ ενώνονται οι Ελοχιμιστές του Βορρά με τους οπαδούς του Γιαχβέ του νότου. 

Ο Γιαχβέ ήταν και παρέμεινε ένας θεός της ερήμου και της περιπλάνησης στην έρημο. Λατρεύονταν κυρίως στα ορεινά μέρη που κατοικούσαν οι βοσκοί. Ο Γιαχβέ πολύ νωρίς έγινε ένας θεός της δικαιοσύνης, θεός των φτωχών που αντιπάλευε την αριστοκρατία. Θεός των νομάδων βοσκών. Και στην Παλαιά διαθήκη ο Κάιν ήταν γεωργός ενώ ο Άβελ ήταν βοσκός. Ο Γιαχβέ είχε δώσει την εύνοιά του στον Άβελ, κάτι που έκανε τον Κάιν να τον σκοτώσει.

Οι Εβραίοι όταν εγκαταστάθηκαν στη γη Χαναάν απέκτησαν αριστοκρατία. Η αριστοκρατία ελκύονταν από τις γειτονικές θρησκείες που τους επέτρεπαν την τρυφηλότητα και τις απολαύσεις. Ο Γιαχβέ, ένας θεός της σκληρής ποιμενικής ζωής, δεν τους εξέφραζε. Οι προφήτες προήλθαν από τις τάξεις των φρουρών. 

Ο Γεδεών, ο Σαμουήλ, ο Σαμψών, ήταν εκπρόσωποι αυτών των τμημάτων του πληθυσμού και ήταν σε αντίθεση με την αριστοκρατία.

Ο Σαμουήλ ήταν ένας λαϊκός ρήτορας που επιτέθηκε εναντίον της μοναρχικής εξουσίας. Στο τέλος ο ίδιος έχρισε για βασιλιά τον Σαούλ, που γρήγορα όμως και αυτός έπαψε να τους εκπροσωπεί.



Ο προφήτης Ηλίας ήταν βοσκός, που αρνιόταν να χρησιμοποιήσει οτιδήποτε αγροτικό προϊόν, που στράφηκε εναντίον του Άχαβ. Δίδασκε πως κάθε τι που γίνεται στο παλάτι του βασιλιά είναι αμαρτία. Και ο Γιαχβέ απαιτούσε δικαιοσύνη και ισότητα.

Οι ιδέες αυτές υπάρχουν και στο προφητικό βιβλίο του Αμώς. Ο Αμώς ήταν επίσης βοσκός. Ο Αμώς έλεγε ότι ο Ιεχωβά υποστηρίζει μόνο τους φτωχούς, ότι τιμωρεί κάθε προσβολή εναντίον τους, ότι άνθρωπος του Ιεχωβά είναι μόνο ο φτωχός και ο πλούσιος είναι αμαρτωλός απέναντι του θεού.

Ο μαθητής του Ηλία ο Ελισσαίος, ανέτρεψε τη βασιλική αυλή, κατέσφαξε όλη τη βασιλική οικογένεια μέχρι και του τελευταίου νηπίου, σκότωσε μεγάλο αριθμό πλουσίων και ιερέων του Βάαλ και εγκαθίδρυσε την εξουσία των Ιεχωβιστών. Μία κατάσταση που δεν κράτησε πολύ.

Το Δευτερονόμιο αποτελεί μια νομοθεσία παρόμοιας μορφής με τη νομοθεσία του Σόλωνα. Είναι νομοθεσία προστατευτική των οφειλετών και των μικροχωρικών από τους αριστοκράτες. Το βιβλίο αυτό ο αρχιερέας Χελκίας το ανακάλυψε δήθεν κάτω από ένα θυσιαστήριο, σαν δήθεν λησμονημένο βιβλίο του Μωϋσή, αλλά μάλλον γράφτηκε από τον ίδιο και αποδόθηκε στον Μωϋσή για να έχει περισσότερο κύρος. 

Στον Χελκία και τις μεταρρυθμίσεις του ανταποκρίθηκε ο βασιλιάς Ιεζεκίας, ένας Ιεχωβιστής βασιλιάς(η κατάληξη -ιας ήταν συντόμευση του Ιεχωβάς και οι ιεχωβιστές προτιμούσαν ονόματα με τέτοια κατάληξη). Την περίοδο του Ιεζεκία επικεφαλής των προφητών ήταν ο Ησαΐας. Ο Ησαΐας ήταν κάτι σαν υπουργός εξωτερικών του Ιεζεκία και εφάρμοσε πολιτική ουδετερότητας απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις στην περιοχή, τους Αιγύπτιους και τους Ασσυροβαβυλώνιους, στρέφοντας την προσοχή του στην εσωτερική πολιτική.

Ο μαθητής του Ησαΐα, ο Ιερεμίας που μίλησε για την πτώση της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους, την απέδωσε στην τιμωρία του θεού απέναντι στους Εβραίους που έπρεπε να τιμωρηθούν επειδή εγκατέλειψαν τη θεϊκή αλήθεια.

Όταν οι Εβραίοι νικούσαν, ο Γιαχβέ απαιτούσε τη σφαγή όλων των ηττημένων. Για το λαό του όμως ήταν θεός δικαιοσύνης. Τα έτη των Ιωβηλαίων, δηλαδή κάθε 12 χρόνια, χαριζόταν ένα μέρος των χρεών και κάθε 40 χρόνια γινόταν ξαναμοίρασμα των περιουσιών, για να χτυπηθεί η μεγάλη συσσώρευση πλούτου και η εκπτώχευση των πολλών. Ο νόμος του Μωυσή προστάτευε τον μικροϊδιοκτήτη και πολεμούσε όσους γινόταν μεγαλοϊδιοκτήτες.

Έτσι αν θελήσουμε να συγκρίνουμε τον Δία με τον Γιαχβέ, ο Δίας ήταν ένας κρατικός θεός ενώ ο Γιαχβέ ήταν περισσότερο θεός των φτωχών. Ο ρόλος του Δία ως θεότητα εξελίχθηκε παράλληλα με την εξέλιξη των κοινωνιών στις Ελληνικές πόλεις κράτη. 

Ενώ στα Ομηρικά έπη ο Δίας είναι ένας θεός που επιβάλλει τη θέλησή του κυρίως λόγω της δύναμής του, την κλασική περίοδο μετά την μεγάλη ανάπτυξη της δημοκρατίας και του Ελληνικού πολιτισμού γίνεται κυρίως ένας θεός της δικαιοσύνης και της σοφίας. 

Στο περίφημο άγαλμα του Δία, που φτιάχτηκε από τον Φειδία γύρω στο 430 πΧ στο ναό του Δία στην αρχαία Ολυμπία, που έχουν διασωθεί μόνο περιγραφές του, το πρόσωπο και η στάση του αντανακλούσαν τη σοφία και τη δικαιοσύνη. Ήταν οι νέες αρετές της δημοκρατίας που είχε κατακτήσει η ανάπτυξη του πολιτισμού και όχι κυρίως η δύναμη.

Ο Α. Λουνατσάρσκι στην “εισαγωγή στην ιστορία των θρησκειών” αναφέρει ότι ο Ελληνικός πολιτισμός ήταν προσανατολισμένος στο ιδεώδες του ανώτερου ευτυχισμένου πνεύματος μέσα σε ένα υγιές και ικανό για τις απολαύσεις της ζωής σώμα. 

Οι θεοί τους αντιπροσώπευαν αυτό το ιδανικό. Το ίδιο και η τέχνη. Η ζωή τους δηλαδή, έστω ως ιδανικό στηρίζονταν σε καλλιτεχνικά πρότυπα.

Αντίθετα στους Εβραίους αναπτύχθηκαν καθαρά ηθικές αρχές και όχι καλλιτεχνικές. Ενώ δηλαδή οι Έλληνες υπερηφανεύονταν για τα ωραία τους σώματα, την κομψότητα των φορεμάτων τους και τους γεμάτους από ανθρωπόμορφες απεικονίσεις ναούς τους, ο Ιουδαίος αντίθετα υπερηφανευόταν για την έλλειψη όλων αυτών. 

Η αναπαράσταση του θεού ήταν αυστηρότατα απαγορευμένη. Ήταν θρησκεία χωρίς απεικονίσεις. Όχι μόνο κάθε κόσμημα αλλά και η απλή ακόμη κομψότητα διώχθηκαν από την Εβραϊκή θρησκεία, σαν κάτι άχρηστο και αμαρτωλό. 

Κάτι ανάλογο συναντάμε σε αυτό που αργότερα ονομάσθηκε πουριτανισμός από τους Άγγλους επαναστάτες του 17ου αιώνα που απαγόρευαν τα κοσμήματα στις εκκλησίες και τη μουσική, όπως και κάθε κομψότητα και απόλαυση της ζωής. 

Οι Άγγλοι πουριτανοί χρησιμοποιούσαν τους λόγους του Σαμουήλ εναντίον του Καρόλου του Α´. Φορούσαν απλό και χοντρό μανδύα, έτρωγαν απλή και τραχιά τροφή, ζούσαν σε απλές κατοικίες, αντιμετώπιζαν το σεξ σαν μια ανάγκη ενός απλού γάμου. 

Οι πουριτανοί στηρίζονταν απ' ευθείας στη Βίβλο, ονόμαζαν τα παιδιά τους Ζοροβάβελ και Γεδεών και άλλα παρόμοια ονόματα βιβλικών ηρώων. Η Εβραϊκή θρησκεία ήταν ακριβώς μια πουριτανική θρησκεία, μια θρησκεία βασισμένη σε αυστηρούς ηθικούς κανόνες.

Η Εβραϊκή θρησκεία είναι αντικαλλιτεχνική από την άποψη των απεικονιστικών τεχνών και της κομψότητας των εξωτερικών τύπων της ζωής. Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνονται σαν να είναι ερωτευμένοι με τη φύση, την ομορφιά, την επιστήμη, με όλες τις πλευρές των ανθρωπίνων ικανοτήτων και χαρισμάτων και με την ομορφιά της φύσης, ενώ οι Εβραίοι σαν να τείνουν μόνο σε μια ιδέα, γι αυτούς υπάρχει μόνο ο Θεός και τίποτε περισσότερο. 

Η φύση είναι το υποπόδιο του Θεού και ο άνθρωπος είναι το ομοίωμά του και μόνο από αυτή την άποψη τους ενδιαφέρει. 

Οι Εβραίοι δεν είναι μόνο μονοθεϊστές αλλά και ζηλωτές, αφοσιωμένοι μέχρι φανατισμού σε μια μόνο ιδέα. 

Ο Εβραίος την καταγωγή Γερμανός ποιητής του ρομαντισμού Ερρίκος Χάινε λέει ότι η βασικότερη ιδιότητα των Εβραίων είναι η ικανότητά τους να παρασύρονται φανατικά από κάτι και να θυσιάζουν γι αυτό τον εαυτό τους, ενώ θεωρεί τους Έλληνες ικανούς να ζήσουν και να απολαύσουν τη ζωή, η δε απόλαυση αυτή να παίρνει ευγενή και κομψά χαρακτηριστικά.

Παρ' όλες τις παραπάνω διαφορές, που φαίνονται να είναι σε πλήρη αντίθεση, εντούτοις η βάση της θρησκείας τόσο των Ελλήνων όσο και των Εβραίων είναι η ιδέα της Δικαιοσύνης. 

Η ιδέα αυτή της δικαιοσύνης δεν είναι τίποτε άλλο από τη σημερινή πολιτική ιδέα της δημοκρατίας. 

Είναι οι αρχές πάνω στις οποίες πρέπει να στηρίζεται μια κοινωνία, τους συμβιβασμούς που πρέπει να κάνει μεταξύ των διαφορετικών υποκειμένων της, ώστε να μπορεί να υφίσταται. 

Για τον Πλάτωνα “το κράτος αυτό καθ' εαυτό είναι η δικαιοσύνη”. Στους Εβραίους δικαιοσύνη είναι ο Ιεχωβά.

Ο Ρεζίς Ντεμπρέ στο “ο θεός, μια ιστορική διαδρομή”, αναφέρει ότι όταν επισκεφθούμε το Λούβρο, την αίθουσα στο ισόγειο όπου εκτίθενται οι αρχαιότητες από την Ανατολή, θα δούμε ότι τα βασίλεια του Ιούδα και του Ισραήλ, είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. 

Ο επισκέπτης που περιηγείται τις αίθουσες της Μεσοποταμίας, του Ιράν, της ανατολής, δεν θα βρει τίποτε που να θυμίζει τον Σαούλ ή τον Ιερεμία. 

Στην Ιερουσαλήμ, στο μουσείο τέχνης και αρχαιολογίας, φυλάσσονται ιερά σκεύη από τις πολυθεϊστικές λατρείες της αρχαίας Παλαιστίνης, δρεπάνια, σκαλιστές κούπες, η Αφροδίτη, σαρκοφάγοι, αγαλματίδια της Αστάρτης κλπ. 

Ο μονοθεϊσμός έχει το δικό του μουσείο, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα και είναι το ιερό της Βίβλου. Στα υπόγεια του χώρου αυτού βρίσκονται τα Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας στην παλιά εβραϊκή γλώσσα, στα αραμαϊκά και στα ελληνικά, χειρόγραφα των ιερών κειμένων και των απόκρυφων, χαραγμένα σε χαλκό, δέρμα και πάπυρο. 

Ο Ιουδαϊσμός που αναζητά την έννοια και όχι την ομορφιά, χωρίς να διαθέτει τη λάμψη του ειδωλολατρικού κόσμου με τα αρχιτεκτονική μνημεία και τα γλυπτά του, μεταδίδεται μέσα από αναγνώσματα, τελετουργίες και λατρευτικά τυπικά και όχι μέσα από την εικόνα και τα γλυπτά.


το φοινικικό αλφάβητο
Η ανακάλυψη του φωνητικού αλφαβήτου στον σημιτικό κόσμο, με την απλοποίηση των φωνητικών συμβόλων σε 30-32, από 400-500 που υπήρχαν πριν, έκανε δυνατή την εξάπλωση της γραφής και του ρόλου της σαν αποθηκευτή γνώσης αλλά και εργαλείο για την παραπέρα ανάπτυξή της. Η ιδέα που αποτυπώνεται σε γραφή αποκτά τη δική της αυτονομία, μια εννοιολογική σημασία που δεν μεταβάλλεται και παραμένει αιωνίως η ίδια. Επιτρέπει αυτό που ήταν αποτέλεσμα περιστάσεων να γίνει απόλυτο. 

Από τη μια δηλαδή δίνει τη δυνατότητα για την ανάπτυξη της αφηρημένης σκέψης και της γνώσης αλλά παράλληλα αποτελεί και τη βάση της απολυτοποίησης της ιδέας και της δογματικής σκέψης.

Οι Εβραίοι αντιμετωπίζοντας τις σκληρές συνθήκες της ερήμου αλλά και τις συνεχείς κατακτήσεις, αιχμαλωσίες και μετακινήσεις, απέρριψαν ίσως εκ των πραγμάτων την απεικόνιση του θείου είτε σε γλυπτά είτε σε εικόνες, μένοντας στη γραφή που μπορούσε ευκολότερα να τους συνοδεύει στις μετακινήσεις τους.

Μια αντίστοιχη αντίληψη συναντάμε αργότερα, κάτω από άλλες συνθήκες, με την αντίθεση των προτεσταντών στην καθολική εκκλησία και την απόρριψη κάθε απεικόνισης του θείου, συνοδευόμενη από έναν λιτό τρόπο ζωής, όπου ανάμεσα στον άνθρωπο και τον θεό μεσολαβούν μόνο τα ιερά κείμενα. 

Μια νίκη του ψυχρού Βορά και της λογικής του απέναντι στον πιο συναισθηματικό και πιο επιρρεπή σε χαλαρή ζωή Νότο. Ο Καλβίνος, στο institutio christiana, είχε πει ότι “ποτέ ένας άνθρωπος δεν νοιώθει έλξη για τις εικόνες , αν ο ίδιος δεν έχει κάποια έφεση στις σαρκικές ηδονές”.

Ο προτεσταντισμός επιστρέφει στη δογματική λατρεία της Βίβλου, καταστρέφοντας τις εικόνες. Για να ξαναβρούν οι γραφές την πρώτη θέση.

Μετά την εξέγερση των ζηλωτών εναντίον των Ρωμαίων το 66μΧ και την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μΧ,(με τελευταίο οχυρό τη Μασάντ που έπεσε το 73μΧ), οι Εβραίοι διασκορπίσθηκαν σε όλο τον κόσμο, διατηρώντας ισχυρή συνοχή και αλληλεγγύη στις κοινότητές τους, μέσα σε εχθρικό τις περισσότερες φορές περιβάλλον. Αυτό οδηγούσε κατά κανόνα στη μη ενσωμάτωσή τους στις κοινωνίες στις οποίες εγκαταστάθηκαν, με κατά καιρούς μαζικές απελάσεις, πογκρόμ, με το ολοκαύτωμα από τον Χίτλερ να αποτελεί το αποκορύφωμα των διώξεων τους. 

Ασχολήθηκαν κυρίως με το εμπόριο, κάτι που το ξέρανε καλά μιας και είχανε παράδοση σ' αυτό αλλά και επειδή το εμπόριο είναι από αυτές τις δραστηριότητες που μπορούν ευκολότερα να ασκηθούν σε τέτοιες συνθήκες. 

Ο άλλος δρόμος που έμενε για να ξεφύγουν από την απομόνωση ήταν η μόρφωση. Οι προκλήσεις που αναγκαστικά αντιμετώπισαν και οι λύσεις που μπορούσαν να δώσουν, σε συνδυασμό με τη συγκεκριμένη πολιτιστική τους παράδοση, είχαν ως αποτέλεσμα να πετύχουν πολύ μεγάλα αποτελέσματα και να διακριθούν ιδιαίτερα σε αυτούς τους τομείς, του εμπορίου και της διανόησης. 

Οι διανοούμενοι όταν δεν ενσωματώνονται στην κοινωνία εύκολα γίνονται επαναστάτες. Έτσι εξηγείται και η συμμετοχή τους σε πολλές επαναστάσεις, σε συνδυασμό και με τον χαρακτήρα της πολιτιστικής τους παράδοσης.

Οι Έλληνες όπως και οι Εβραίοι είναι  απόγονοι ιστορικών πολιτισμών, που καθόρισαν αποφασιστικά την πορεία της ανθρωπότητας, καθένας με διαφορετικό τρόπο.

Στους Εβραίους αυτή η ιστορική παρακαταθήκη καταφέρνει να λειτουργεί ακόμη με δημιουργικό τρόπο αν και ο συνυπάρχων δογματισμός εμποδίζει και αυτός στο να βρεθούν λύσεις ειρηνικής συνύπαρξης με τους γειτονικούς τους λαούς.

Οι Έλληνες έχουμε επαναπαυθεί στη μεγάλη αυτή πολιτιστική κληρονομιά και ζούμε σε μεγάλο βαθμό από τους τόκους που παράγει ακόμη αυτό το κεφάλαιο, αν και η κληρονομιά αυτή είναι παγκόσμια και δεν ανήκει μόνο σε μας. 

Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και οι πολιτικοί που έβαλαν τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος, αποτελούν κεφάλαιο που ακόμη μας δίνει τόκους, μας πληρώνει. 

Όπως όμως σε μία κοινότητα ανθρώπων ο καθένας κρίνεται από το τι προσφέρει έτσι και στην παγκόσμια κοινότητα το κάθε κράτος κρίνεται παρόμοια. 

Πέρα από τους ανταγωνισμούς υπάρχει η δημιουργική προσφορά που σε ηθικό, πολιτιστικό επίπεδο είναι αυτή που έχει και το πιο μακρόχρονο και ουσιαστικό αποτέλεσμα.

βορειο ιστολογιο